«Εμένα μου το ‘παν τα πουλιά» της Γεωργίας Καλαμποκά

0 out of 5

12,72

Το «Εμένα μου το ‘παν τα πουλιά» δεν είναι ένα βιβλίο για την παραλία. Ο τίτλος ακόμα δίνει το κλίμα του βιβλίου, «δυο μαύρα χελιδόνια/πως θα περάσω βάσανα/ πως θα περάσω ντέρτια». Είναι οι ιστορίες γυναικών που πέρασαν «της ελιάς το φαρμάκι». Και ο έρωτας δεν είναι τρυφερός. Η χαρά, η ευτυχία δε διαρκούν πολύ, σαν να πρέπει να την πληρώσουν τα πρόσωπα με πολλαπλάσια πίκρα. Και η συγγραφέας, χρησιμοποιεί πολύ καλά την προοικονομία στην αφήγηση. Δε μας αφήνει να παρασυρθούμε. Μας προϊδεάζει έγκαιρα για τις ανατροπές.

Έξοδα αποστολής και αντικαταβολής:
Για παραγγελίες έως 8 ευρώ: 4 ευρώ
Από 8 – 15 ευρώ: 2 ευρώ
Από 15 ευρώ και πάνω: ΔΩΡΕΑΝ

Κωδικός: 0012 Είδη: Διαθέτουμε ακόμα, Πεζογραφία Συγγραφέας:

Περιγραφή

Το «Εμένα μου το ‘παν τα πουλιά» δεν είναι ένα βιβλίο για την παραλία. Ο τίτλος ακόμα δίνει το κλίμα του βιβλίου, «δυο μαύρα χελιδόνια/πως θα περάσω βάσανα/ πως θα περάσω ντέρτια». Είναι οι ιστορίες γυναικών που πέρασαν «της ελιάς το φαρμάκι». Και ο έρωτας δεν είναι τρυφερός. Η χαρά, η ευτυχία δε διαρκούν πολύ, σαν να πρέπει να την πληρώσουν τα πρόσωπα με πολλαπλάσια πίκρα. Και η συγγραφέας, η Γεωργία Καλαμποκά, χρησιμοποιεί πολύ καλά την προοικονομία στην αφήγηση. Δε μας αφήνει να παρασυρθούμε. Μας προϊδεάζει έγκαιρα για τις ανατροπές.

Σαν ξεκινήσει κανείς το διάβασμά του δύσκολα θα το σταματήσει. «Μονορούφι» να το τελειώσει. Το έχει κερδίσει αυτό η συγγραφέας. Με την πρωτότυπη και καλά δουλεμένη δομή και αφήγηση, με τη ζωντανή της γλώσσα. «Δεν παίζει με τις λέξεις. Τις κάνει ανάσες και σπαράγματα, ποίηση και μουσική, αφήγηση σε παρελθόν και παρόν». Δύσκολο να πιστέψεις ότι είναι το πρώτο της μυθιστόρημα.

Η ιστορία της Ελλάδας, παραδόσεις, θρύλοι και μύθοι του θεσσαλικού κάμπου, συνδέονται με το έπος, την αρχαία τραγωδία, το δημοτικό τραγούδι και τις αλήθειες της ζωής. Η Αρετή, ώριμη δημοσιογράφος, θα ξεκινήσει ένα ταξίδι – ωδή και χρέος στη μνήμη. Ξετυλίγει το κουβάρι για να φτάσει πίσω στην πηγή. Θα υποταχθεί ο άνθρωπος στη μοίρα, στον άδικο κρατικό νόμο, στις δυσκολίες της ζωής, σε ό,τι προσβάλλει περηφάνια και αξιοπρέπεια;

Θα δώσει φωνή στις γυναίκες που τη σημάδεψαν και καθόρισαν τις επιλογές της. Στη γιαγιά της την Μαριώ, το πιο δραματικό πρόσωπο της ιστορίας, «που εκείνη τη χαρά τη ζήλεψαν οι μοίρες οι κακές και βάλθηκαν να την ποτίσουν φαρμάκι, κόμπο τον κόμπο, υστερότερα, σε όλη μου τη ζωή». Η άβουλη και έρμαιο των άλλων νεαρή Μαριώ, γιαγιά πλέον είναι αυτή που θα στηρίξει νύφη και εγγονή.

Στη μητέρα της Αντιγόνη που όλη της η ζωή είναι φυλακή, κυριολεκτικά και μεταφορικά, μα δε χάνει το κουράγιο της. Δεν παρέδωσε τη συνείδησή της για να αποφύγει τη φυλακή, δεν την κατέβαλλαν οι δυσκολίες της ζωής, δεν υπέκυψε στα στοιχειωμένα μετεμφυλιακά χρόνια σε ό,τι πρόσβαλλε την περηφάνια και την τιμή της. Θέλει να σκούξει και να χαθεί στη νύχτα για να λυτρωθεί. Δεν το κάνει, σφίγγει τα χείλη και προχωρά. Πιστή στο χρέος να τιμήσει το νεκρό αντάρτη αδερφό. Δίνει κουράγιο στη φοβισμένη και αναποφάσιστη αδελφή της, «Εγώ έκλαιγα, και η Αντιγόνη μ’ έλεγε. »Μην κλαις τώρα Ισμήνη, κάνε καρδιά να μη χαίρονται αυτοί»».

Μαριώ, Αντιγόνη, Αρετή, τρεις γενιές ανθρώπων, ιστορία ενός αιώνα της Ελλάδας. Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, Κατοχή, Εμφύλιος, μετεμφυλιακά χρόνια ως την αποκαλούμενη μεταπολίτευση και τον εφηβικό έρωτα της Αρετής με τον Αχιλλέα. Η αποφασιστικότητα της Μαριώς και το ανεξάρτητο πνεύμα της Αντιγόνης πέρασαν στην Αρετή. Και από την άλλη, ο Αχιλλέας που δεν έχει τα κότσια να ξεπεράσει γραμμές και επιλογές που άλλοι όρισαν γι’ αυτόν. Βρίσκει τη λύτρωσή του στην απόσυρση από τα εγκόσμια.

Τέλος, το βιβλίο έχει και ενδιαφέρον γλωσσικό. Η γνήσια λαϊκή γλώσσα της Μαριώς και της Αντιγόνης που επιβιώνει και στη «ρυθμισμένη» από το σχολείο γλώσσα της Αρετής. Και το ιδιαίτερο χρώμα της ντοπιολαλιάς της ευρύτερης περιοχής του Δομοκού, μέσα από την αφήγηση της Ισμήνης. Με το μοναδικό φαινόμενο του τονισμού των ρημάτων στην προπροπαραλήγουσα: π.χ. πιάνομασταν, έκατσαμε κλπ.

Η Γεωργία Καλαμποκά (μαθηματικός – εργάζεται στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση) κατέχει πολύ καλά τα μυστικά της αφήγησης και της γλώσσας. Το μυθιστόρημά της κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «ΕΝΤΟΣ».

Ηρακλής ΚΑΚΑΒΑΝΗΣ

“Ένα σμάρι μαύρα πουλιά… Μαζί και η λησμονημένη μουσική. Και ποιος θα πει, πως ήταν εκείνη, που πήρε την απόφαση; Τα ταξίδια είναι που έρχονται απροσκάλεστα και σε συναντούν κάποιο πρωινό. Συνήθως φθινοπώρου”.

Η Αρετή, δημοσιογράφος και συλλέκτης ιστοριών, θα ξεκινήσει για το ταξίδι ωδή και χρέος στη μνήμη. Σε τούτη τη μυθιστορία θα ζωντανέψει τη φωνή της μητέρας της Αντιγόνης: “Να σκούξω θέλω. Να βγάλω φωνή μεγάλη και να χαθώ στη νύχτα. Φυλακή. Όλη η ζωή μου είναι φυλακή”. Της Ισμήνης: “Εγώ έκλαιγα, και η Αντιγόνη μ’ έλεγε. “Μην κλαις τώρα Ισμήνη, κάνε καρδιά να μη χαίρονται αυτοί”. Της γιαγιάς της Μαριώς, της Μυρτούς, της Ιωάννας…

Μανάδες, κόρες, αδερφές, αγαπημένες. Γυναίκες που μιλούν για βίαιες συλλογικές και προσωπικές ιστορίες. Κάποιες σημαδεμένες για πάντα, χωρίς γιατρειά κι άλλες, έχοντας πληρώσει το τίμημα, σφίγγουν τα χείλη και συνεχίζουν όρθιες ως το τέλος. Χώμα, φωτιά, αίμα, δάκρυα και συντριβή αλλά και περηφάνια, πείσμα, έρωτας, ουρανός και όνειρα. Η ιστορία της Ελλάδας, από τον A’ Παγκόσμιο Πόλεμο, την Κατοχή, την Αντίσταση, τον Εμφύλιο, τα στοιχειωμένα μετεμφυλιακά χρόνια έως τη Χούντα και τα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης. Οι ιστορίες γίνονται ψίθυροι γυναικών κι αρχίζουν να περιδιαβαίνουν ξανά χέρι χέρι τα στενοσόκακα. Για να μερώσουν τον πόνο και να μας οδηγήσουν στην κάθαρση…

Η συγγραφέας δεν παίζει με τις λέξεις. Τις κάνει ανάσες και σπαράγματα. Ποίηση και μουσική. Αφήγηση σε παρελθόν και παρόν. Η ελληνική γλώσσα, κόκκινη κλωστή δεμένη στην ανέμη μιας συγκλονιστικής γραφής, ενώνει τον αρχαϊκό μύθο της Αντιγόνης με το τραγούδι του νεκρού αδερφού και τις ιστορίες των γυναικών. Λευτερωμένες πια, αποκαλύπτουν τα τελευταία μυστικά…

Επιπρόσθετες Πληροφορίες

Εκδόσεις

Εντύποις

Χρονολογία Έκδοσης

 Ιούνιος 2018

Σελίδες

240

Διαστάσεις

21×14